ἑπταήμερος

ἑπτα-ήμερος, ον,
A lasting seven days, D.C.76.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑπταήμερος — lasting seven days masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επταήμερος — η, ο (AM ἑπταήμερος, ον) αυτός που διαρκεί επτά ημέρες νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το επταήμερο χρονικό διάστημα επτά ημερών μσν. ηλικίας επτά ημερών …   Dictionary of Greek

  • ἑπταήμερον — ἑπταήμερος lasting seven days masc/fem acc sg ἑπταήμερος lasting seven days neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταημέρου — ἑπταήμερος lasting seven days masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταημέρῳ — ἑπταήμερος lasting seven days masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

  • εφτάμερος — η, ο και εφταήμερος, η, ο επταήμερος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εφτα * + (η)μέρα] …   Dictionary of Greek

  • ԵՕԹՆՕՐԵԱՅ — ( ) NBH 1 0708 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 7c, 11c ա. ἐπταήμερος, ἐπταῖος septem dierum եւն. Եօթն աւուրց. օխտը օրուան. ... *Զեօթնօրեայ ժամանակին. ՟Գ. Մակ. ՟Զ. 25: *Եօթնօրեայ ըստ շաբաթուցն. Արշ.: *Ի վերայ շիրմի քո լոյս… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.